Βραχυπρόθεσμη Πίστωση Τ+2

  1. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, σε περίπτωση κατάρτισης χρηματιστηριακής συναλλαγής τοις μετρητοίς για αγορά μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α., ο εντολέας (πελάτης) του μέλους πρέπει να καταβάλει το τίμημα της αγοράς προς το μέλος το αργότερο την δεύτερη εργάσιμη ημέρα από την κατάρτιση της συναλλαγής (εντός δηλαδή της προθεσμίας Τ+2). Για τους σκοπούς του ν. 4141/2013 και της Απόφασης υπ’ αριθμ. 6/675/27-2-2014 όπως ισχύει του ∆.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η καταβολή του τιμήματος προς τα μέλη του χρηματιστηρίου δεν επιτρέπεται να γίνεται με μεταχρονολογημένες επιταγές. Εάν η εξόφληση του τιμήματος αγοράς μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α. γίνεται με το προϊόν της πώλησης των μετοχών αυτών, πρέπει η αγορά και η πώληση των μετοχών να έχουν καταρτιστεί κατά την ίδια συνεδρίαση του ΧΑ σε διαφορετική περίπτωση δεν θεωρείται εμπρόθεσμη η εξόφληση του τιμήματος.
  2. Εφόσον και μετά το πέρας της ημέρας Τ+2 ο πελάτης δεν έχει εξοφλήσει πλήρως το τίμημα αγοράς (περιλαμβανομένης της προμήθειας και λοιπών εξόδων) όλων των μετοχών που είχαν αγορασθεί μέχρι την ημέρα Τ χρησιμοποιώντας τα μέσα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, τότε το μέλος οφείλει να προβεί το αργότερο εντός της αμέσως επόμενης εργάσιμης ημέρας από τη λήξη της προθεσμίας χρηματιστηριακής εκκαθάρισης της συναλλαγής (δηλαδή την ημέρα Τ+3), σε εκποίηση των μετοχών που αγοράσθηκαν την ημέρα Τ και δεν έχουν εξοφληθεί. Υπό την προϋπόθεση ότι την ημέρα Τ+3, με τις αναγκαστικές εκποιήσεις, έχει καλυφθεί πλήρως το τίμημα αγοράς μετοχών (περιλαμβανομένης της προμήθειας και λοιπόν εξόδων) που είχαν διενεργηθεί μέχρι και την ημέρα Τ, το μέλος δύναται, να καταρτίζει συναλλαγές αγοράς μετοχών στο Χ.Α. κατ’ εντολή του πελάτη την ίδια ημέρα Τ+3. Σε κάθε περίπτωση, οι συναλλαγές πώλησης θα πρέπει να έχουν καταρτισθεί πριν από τις συναλλαγές αγοράς.
  3. Η αναγκαστική εκποίηση την ημέρα Τ+3 από μέλος μετοχών είναι εξαιρετικό μέτρο. Επομένως, η κατ’ εξακολούθηση αναγκαστική εκποίηση μετοχών την ημέρα Τ+3, που έχουν αγοραστεί κατ’ εντολή του ίδιου εντολέα (πελάτη) και δεν έχουν εξοφληθεί μέχρι την ημέρα Τ+2 συνιστά ένδειξη καταστρατήγησης του άρθρου 10 του ν. 4141/2013, της υπ’ αριθμ. 6/675/27-2-2014 Απόφασης του ∆ιοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αλλά και του Κώδικα ∆εοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. Κατά συνέπεια, τα μέλη του Χ.Α. οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της τήρησης των διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και δύνανται, ενδεικτικώς, να απαιτούν την προκαταβολή του εκτιμώμενου τιμήματος αγοράς, ή να αρνούνται τη διενέργεια συναλλαγών τοις μετρητοίς για λογαριασμό εντολέων τους, οι οποίοι παραβαίνουν κατ’ εξακολούθηση τις υποχρεώσεις τους για την εμπρόθεσμη καταβολή του τιμήματος αγοράς μετοχών.
  4. Εφιστάται ειδικώς η προσοχή των μελών του Χ.Α. στην υποχρέωση τους, όταν αποδέχονται και εκτελούν εντολές πελατών τους για αγορά κινητών αξιών χωρίς οι πελάτες να έχουν προκαταβάλει το τίμημα αγοράς, να έχουν λάβει κάθε απαιτούμενο μέτρο που διασφαλίζει την τήρηση του κανόνα του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2396/1996, των παραγράφων 4.3. και 8.1.(γ) του Κώδικα ∆εοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ.
  5. Όταν μέλος του Χ.Α. εκτελεί εντολές αγοράς μετοχών χωρίς προείσπραξη του τιμήματος, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου πελάτη του, των μετοχών που αφορά η εντολή αγοράς, το μέγεθος της συναλλαγής, καθώς τις πιθανολογούμενες συνέπειες από τυχόν αναγκαστική εκποίηση μετοχών τόσο σε σχέση με την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, όσο και σε σχέση με την ικανοποίηση των απαιτήσεων της Ε.Π.Ε.Υ. έναντι του πελάτη της, έτσι ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η φερεγγυότητα και η ομαλή λειτουργία της αγοράς. Για τη διασφάλιση των ανωτέρω, το μέλος οφείλει να διαθέτει επαρκείς έγγραφες διαδικασίες λειτουργίας, αντίστοιχες διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου, καταρτισμένα στελέχη και κατάλληλη μηχανογραφική υποστήριξη.
  6. Σε περίπτωση υποχρέωσης μέλους να προβεί σε αναγκαστική εκποίηση μετοχών το μέλος οφείλει να λαμβάνει όλα τα μέτρα που θα του επιτρέψουν να εκπληρώσει την υποχρέωση του για εκποίηση των αγορασθεισών και μη εμπροθέσμως εξοφληθεισών μετοχών (λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον χρόνο καταχώρησης της εντολής πώλησης και την αιτούμενη τιμή). Σε περίπτωση που υπάρχει αντικειμενική αδυναμία εκποίησης των εν λόγω μετοχών καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης, το μέλος υποχρεούται να προβεί σε εκποίηση των μετοχών αυτών την επόμενη εργάσιμη ημέρα (σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 3632/1928) μέχρι την πλήρη εξόφληση της οφειλής.
  7. Tα μέλη του Χ.Α. που παρέχουν στον ίδιο πελάτη πιστώσεις για περίοδο που ισούται με το χρονικό διάστημα εκκαθάρισης των χρηματιστηριακών συναλλαγών, η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 20 του ν. 3632/1928 (δηλαδή, κατά τα ισχύοντα σήμερα, για το διάστημα μεταξύ Τ+2 και Τ+4, όπου Τ είναι η ημέρα κατάρτισης της συναλλαγής αγοράς), καθώς και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από την προθεσμία αυτή, οφείλουν να τηρούν αντίστοιχα δύο ξεχωριστούς Λογαριασμούς Πίστωσης ανά πελάτη. Το όριο της πίστωσης που προβλέπεται στην Π∆/ΤΕ 2552/23.6.2004 υπολογίζεται αθροιστικά και για τους δύο Λογαριασμούς Πίστωσης. Επομένως, το συνολικό ποσό πίστωσης από το Μέλος προς κάθε Πελάτη δεν μπορεί να υπερβαίνει (κατά τα ισχύοντα σήμερα) το ένα εκατομμύριο ευρώ.
  8. Στην περίπτωση που έχει συνομολογηθεί στη σύμβαση πίστωσης μεταξύ Μέλους και Πελάτη ότι η εξόφληση της πίστωσης γίνεται εντός προθεσμίας ίσης με την προθεσμία εκκαθάρισης των χρηματιστηριακών συναλλαγών που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 20 του ν. 3632/1928, η πίστωση παρέχεται για χρονικό διάστημα μέχρι δύο εργασίμων ημερών, δηλαδή για χρονικό διάστημα ίσο ή μικρότερο με την προθεσμία εκκαθάρισης των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Εξυπακούεται ότι η έναρξη της πίστωσης λαμβάνει χώρα κατά την καταβολή του τιμήματος αγοράς των μετοχών από το Μέλος για τους σκοπούς εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής και λήγει με την εξόφληση της πίστωσης. Συνεπώς ο Πελάτης καταβάλει τόκους από την ημέρα παροχής της πίστωσης, δηλαδή από την ημέρα κατά την οποία το Μέλος εκκαθαρίζει τη σχετική χρηματιστηριακή συναλλαγή εκταμιεύοντας εξ ιδίων διαθεσίμων το αντίτιμο των μετοχών που αγοράσθηκαν, χωρίς ο πελάτης να έχει καταβάλει ακόμη στο μέλος το σύνολο της αξίας τους.
  9. Για την τήρηση της υποχρέωσης της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Απόφασης του ∆.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπ’ αριθμ.6/675/27-2-2014 όπως ισχύει, θεωρείται αποδεκτό Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας το οποίο απαρτίζεται από κινητές αξίες τουλάχιστον τριών εκδοτών και η αξία οποιουδήποτε στοιχείου που περιλαμβάνεται σε αυτό δεν υπερβαίνει σε ποσοστό το 40% της τρέχουσας αξίας αυτού. Οι μετοχές δεν πρέπει να τελούν υπό επιτήρηση, υπό αναστολή ή υπό άλλο περιορισμό ως προς τη διαπραγμάτευσή τους.

Παροχή Πίστωσης

 

10.Τα στοιχεία του χαρτοφυλακίου ασφαλείας είναι της αποκλειστικής κυριότητας του Πελάτη, ελεύθερα από κάθε βάρος και εν γένει οποιοδήποτε δικαίωμα τρίτου.Η δέσμευση στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας προΰποθέτει εντολή του Πελάτη, εκτός από την περίπτωση κινητών αξιών που αγοράζονται με Πίστωση. Αποδέσμευση στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται ότι δεν δημιουργείται έλλειμμα περιθωρίου ή δεν αυξάνεται τυχόν υφιστάμενο έλλειμμα περιθωρίου.

Η αποτίμηση του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας γίνεται μετά το κλείσιμο της τρέχουσας συνεδρίασης χρησιμοποιώντας τις τιμές κλεισίματος της χρηματιστηριακής ημέρας.

 

  1. Το αρχικό περιθώριο ορίζεται σε ποσοστό τουλάχιστον σαράντα τοις εκατό (40%) της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας.

Το ποσοστό του διατηρητέου περιθωρίου ορίζεται σε τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας.

Αν το περιθώριο καταστεί κατώτερο από το διατηρητέο περιθώριο η Εταιρεία υποχρεούται να απαιτήσει από τον Πελάτη να καλύψει τη διαφορά.Μέχρι την εκπλήρωση της υποχρέωσης κάλυψης του διατηρητέου περιθωρίου, η Εταιρεία δεν θα προβαίνει για λογαριασμό του Πελάτη σε καμία άλλη αγορά κινητών αξιών με Πίστωση.