Παράγωγα Προιόντα

Επενδύσεις σε Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης – ΣΜΕ (Future Contracts)

Το συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης (ΣΜΕ) είναι μια συμφωνία αγοράς ή πώλησης μιας συγκεκριμένης ποσότητας που αφορά ένα υποκείμενο τίτλο (underlying instrument) σε συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία και σε συγκεκριμένη συμφωνημένη τιμή. Ως υποκείμενοι τίτλοι μπορεί να είναι είτε εισηγμένες μετοχές (Stock future), είτε χρηματιστηριακοί δείκτες (Index future). Οι βασικοί όροι των συμβολαίων είναι η τιμή (price), τιμή εκκαθάρισης (Settlement price),  η ημερομηνία λήξης / εξάσκησης (Expiration / Exercise Date), το μέγεθος (Contract size) και ο  πολλαπλασιαστής (multiplier). Μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον επενδυτή ως αντιστάθμιση (hedging) και κερδοσκοπικά (speculation). Το χρηματικό περιθώριο ασφάλισης και οι φορείς που εμπλέκονται σε ένα συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης είναι το αρχικό περιθώριο ασφάλισης (Initial margin) για την κάλυψη της μεταβλητότητας και το γραφείο συμψηφισμού (Clearing House) η εταιρεία η οποία έχει την ευθύνη της καταγραφής, της παρακολούθησης και της πραγματοποίησης του διακανονισμού των συναλλαγών στα παράγωγα προϊόντα.

Επενδύσεις σε Συμβόλαια Προαίρεσης

Δικαίωμα προαίρεσης (Option) είναι το παράγωγο προϊόν (derivative) μέσα από το οποίο ο αγοραστής έχει το δικαίωμα – όχι όμως και την υποχρέωση – να αγοράσει εάν επιθυμεί συγκεκριμένο υποκείμενο μέσο σε μια προκαθορισμένη τιμή, είτε σε συγκεκριμένη ημερομηνία στο μέλλον είτε πριν από αυτή. Διαχωρίζονται σε δικαιώματα αγοράς του υποκείμενου μέσου (Call option) και δικαιώματα πώλησης του υποκείμενου μέσου (Put option). Τα υποκείμενα μέσα είναι χρηματιστηριακοί δείκτες (index option) και μετοχές (stock option). Η χρήση των δικαιωμάτων έχει σαν σκοπό την αντιστάθμιση κινδύνου ή την κερδοσκοπία. Αντίθετα από ότι συμβαίνει με τα futures (ΣΜΕ) ο αγοραστής έχει την ευχέρεια / δικαίωμα (Option) αλλά όχι την υποχρέωση να αγοράσει ή να πουλήσει ανάλογα με την πράξη το υποκείμενο μέσο στο μέλλον. Αντίθετα ο πωλητής του προϊόντος, έχει πάντοτε την υποχρέωση να πουλήσει ή να αγοράσει αντίστοιχα το υποκείμενο μέσο στην προσυμφωνημένη τιμή εάν ο αγοραστής εξασκήσει το δικαίωμά του. Βασικοί χαρακτηριστικοί όροι των δικαιωμάτων προαίρεσης είναι η τιμή εξάσκησης (Exercise Price / Strike Price) του συμβολαίου στην οποία αγοράζεται / πωλείται το υποκείμενο προϊόν από τους αντισυμβαλλόμενους, η ημερομηνία λήξης / εξάσκησης (Expiration / Exercise Date), το μέγεθος (Multiplier) το οποίο ορίζει την ποσότητα του υποκειμένου προϊόντος και η τιμή του δικαιώματος (Premium) που στην ουσία είναι η τιμή είσπραξης του πωλητή του αντίστοιχου δικαιώματος.

Τα options χαρακτηρίζονται ανάλογα με το χρονικό περιορισμό εξάσκησής τους σε αμερικάνικου τύπου (American style option) όπου επενδυτής μπορεί να το ασκήσει σε  οποιαδήποτε χρονική στιγμή ανάμεσα στις ημερομηνίες αγοράς και λήξης και σε ευρωπαϊκού τύπου (European style option) όπου ο επενδυτής μπορεί να το ασκήσει μόνο στη λήξη του. Κατηγοριοποιούνται σε Index options με υποκείμενο μέσο χρηματιστηριακό δείκτη και σε Stock options με υποκείμενο μέσο μια εισηγμένη μετοχή. Στην ελληνική αγορά τα stock options είναι αμερικανικού τύπου.

Αξιολόγηση κινδύνων παραγώγων

Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι επενδύσεις σε παράγωγα προϊόντα έχουν υψηλό βαθμό κινδύνου καθώς η εκάστοτε θέση στην αγορά παραγώγων  είναι πολλαπλάσια των αρχικά επενδυμένων κεφαλαίων (μόχλευση). Πιο συγκεκριμένα, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης εμπεριέχουν υψηλό βαθμό κινδύνου καθώς η μόχλευση που απορρέει από αυτά σημαίνει ότι μικρή δέσμευση κεφαλαίων μπορεί να οδηγήσει πολύ μεγάλες απώλειες όπως επίσης και σε πολύ μεγάλα κέρδη. Ο επενδυτής πρέπει να γνωρίζει τις υποχρεώσεις και τις επιπτώσεις που απορρέουν από συναλλαγές σε συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης. Αυτές αφορούν κατά κύριο λόγω τις εκάστοτε απαιτήσεις του λογαριασμού περιθωρίου ασφάλισης καθώς και το ενδεχόμενο να κληθεί ο επενδυτής να καταβάλλει επιπρόσθετα των αρχικών κεφάλαια προκειμένου να διατηρήσει τη θέση του. Όσον αφορά τα δικαιώματα προαίρεσης η έκθεση του αγοραστή σε κίνδυνο είναι μικρότερη από ότι αυτή του πωλητή, διότι αν η τιμή του υποκείμενου τίτλου κινηθεί σε αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που προβλέπει ο αγοραστής, τότε αυτός έχει την δυνατότητα να μην ασκήσει το δικαίωμα. Η μεγαλύτερη πιθανή απώλεια δε περιορίζεται στο συνολικό τίμημα του δικαιώματος. Σε περίπτωση όμως που ο επενδυτής έχει θέση πωλητή σε δικαίωμα προαίρεσης ο κίνδυνος που αναλαμβάνει είναι σημαντικά μεγαλύτερος σε σύγκριση με τον αντίστοιχο επενδυτή που έχει αντίθετα θέση αγοραστή. Αυτό προκύπτει από την υποχρέωσή του να αγοράσει ή να πουλήσει τον υποκείμενο τίτλο στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος (αγοραστής) προχωρήσει σε εξάσκηση του option καθώς και από το γεγονός ότι καθ’ όλη τη διάρκεια διατήρησης του δικαιώματος ο πωλητής  οφείλει να καλύπτει τον λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης, κάτι το οποίο ενέχει κίνδυνο ρευστότητας. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε απώλεια του πωλητή ενδέχεται να είναι από υψηλή έως απεριόριστη.

 

ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΤΗΤΑ

Η μεταβλητότητα ενός συγκεκριμένου τίτλου – δείκτη της αγοράς εκφράζει το μέγεθος και την συχνότητα των διακυμάνσεων στην τιμή του αντίστοιχου τίτλου – δείκτη για μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Μετριέται δε υπολογίζοντας την ετήσια τυπική απόκλιση (standard deviation) των ημερήσιων αλλαγών της τιμής του τίτλου / δείκτη αναφοράς. Όσο μεγαλύτερη είναι η μεταβλητότητα, τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο ενέχει ο τίτλος ή συνολικά οι τίτλοι από τους οποίους απαρτίζεται ο δείκτης της αγοράς. Ειδικότερα η μεταβλητότητα αντικατοπτρίζει την αβεβαιότητα για το μέγεθος της αλλαγής στην τιμή του τίτλου. Όσο υψηλότερη είναι η μεταβλητότητα τόσο πιθανότερη είναι η κίνηση της τιμής του τίτλου εντός ενός μεγάλου εύρους τιμών. Δηλαδή η τιμή του τίτλου ενδεχομένως να κινηθεί έντονα μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση (έντονα μειούμενη ή αυξανόμενη). Αντίθετα, χαμηλότερη μεταβλητότητα σημαίνει ότι η τιμή του τίτλου συνήθως δεν έχει έντονες διακυμάνσεις, ενώ ακολουθεί αυτές του δείκτη αναφοράς. Το β (beta) ενός τίτλου ή κατά αντιστοιχία ενός χαρτοφυλακίου αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο της μεταβλητότητάς του σε σχέση με τις διακυμάνσεις της αγοράς. Εάν το β ενός τίτλου είναι μεγαλύτερο της μονάδας (β=1,1) η τιμή του έχει κατά 10% μεγαλύτερη μεταβλητότητα από το σύνολο της αγοράς. Όταν το β είναι μικρότερο της μονάδας (β=0,90) η τιμή του μεταβάλλεται κατά 10% λιγότερο από την αγορά. Άρα, όσο μεγαλύτερο το β τόσο υψηλότερη είναι η μεταβλητότητα του τίτλου / προϊόντος σε σχέση με την κίνηση της αγοράς.

 

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ

Η βασική χρήση των παραγώγων προϊόντων είναι η αντιστάθμιση των επενδυτικών κινδύνων μιας long θέσης (αγορά) στη spot αγορά. Αυτό σημαίνει ότι όταν ένας επενδυτής έχει προβεί σε αγορά τίτλων στη spot αγορά προσδοκώντας την άνοδο της τιμής τους για να αποκομίσει κέρδος, μέσω των παραγώγων μπορεί αν αντισταθμίσει τον κίνδυνο ανοίγοντας short θέσεις (πώληση) σε παράγωγα προϊόντα που έχουν ως υποκείμενα μέσα τους τίτλους τους οποίους έχει αγοράσει στη spot αγορά. Έτσι σε ενδεχόμενη υποχώρηση των τιμών των τίτλων της spot αγοράς, οι short θέσεις του επενδυτή στην αγορά παραγώγων θα του αποφέρουν κέρδη, το οποία αντισταθμίζουν μέρος των απωλειών του στη spot αγορά. Υπάρχει βέβαια η δυνατότητα κερδοσκοπίας από την πλευρά του επενδυτή με το άνοιγμα θέσεων σε παράγωγα προϊόντα στην αγορά παραγώγων προς μια κατεύθυνση (ανοδική ή πτωτική). Εάν ο επενδυτής πιστεύει ότι οι τιμές θα κινηθούν ανοδικά μπορεί να αγοράσει call options πληρώνοντας μόνο την τιμή αγοράς τους (premium) επί το μέγεθος των συμβολαίων επί τον αριθμό των συμβολαίων. Στην αντίθετη περίπτωση εάν πιστεύει ότι οι τιμές θα κινηθούν καθοδικά, μπορεί να αγοράσει put options πληρώνοντας επίσης μόνο την τιμή αγοράς τους (premium) επί το μέγεθος των συμβολαίων επί τον αριθμό των συμβολαίων. Στην περίπτωση που η αγορά κινηθεί αντίθετα με τις προσδοκίες του, η μέγιστη απώλειά του ισοδυναμεί με το άθροισμα των premium που έχει πληρώσει για να αγοράσει τα δικαιώματα. Αντίστοιχα εάν ο επενδυτής πιστεύει ότι οι τιμές θα κινηθούν ανοδικά, μπορεί να πουλήσει put options εισπράττοντας την τιμή πώλησής τους (premium) επί το μέγεθος των συμβολαίων επί τον αριθμό των συμβολαίων, και εάν εκτιμά ότι οι τιμές θα κινηθούν πτωτικά μπορεί να πουλήσει call options εισπράττοντας την τιμή πώλησής τους (premium) επί το μέγεθος των συμβολαίων επί τον αριθμό των συμβολαίων. Στην περίπτωση όμως αυτή σε ενδεχόμενη κίνηση της αγοράς προς την αντίθετη των προσδοκιών κατεύθυνση, η μέγιστη δυνητική απώλειά του είναι απεριόριστη.

Επιπλέον Κίνδυνοι Παραγώγων

    • Κίνδυνος Ακάλυπτης Θέσης σε Παράγωγα: Είναι ο κίνδυνος που αναλαμβάνει ο επενδυτής στην περίπτωση κατά την οποία έχει πουλήσει δικαιώματα αγοράς σε υποκείμενα προϊόντα τα οποία δεν έχει στην κατοχή του. Εάν η αγορά κινηθεί ενάντια στην προσδοκία του επενδυτή – πωλητή (η τιμή του υποκείμενου προϊόντος στη spot αγορά είναι υψηλότερη από την τιμή εξάσκησης του δικαιώματος) ο αγοραστής του δικαιώματος έχει τη δυνατότητα να εξασκήσει το δικαίωμα αυτό, με συνέπεια ο πωλητής να είναι υποχρεωμένος να αγοράσει το προϊόν στη spot αγορά, σε τιμή συνήθως πολύ υψηλότερη από την τιμή (strike price) στην οποία είναι υποχρεωμένος να το πουλήσει στον αγοραστή.
    • Κίνδυνος απωλειών μέσω Λογαριασμών Περιθωρίου (Margin Account): Είναι ο κίνδυνος που αναλαμβάνει ο επενδυτής (ο οποίος έχει θέση στην αγορά παραγώγων) να χάσει ολόκληρο το κεφάλαιο που έχει αρχικά επενδύσει. Εάν η αγορά κινηθεί ενάντια στις εκτιμήσεις του επενδυτή θα ζητηθεί αυτόματα η άμεση καταβολή επιπρόσθετων κεφαλαίων για ασφάλιση. Υπάρχει κατά συνέπεια η πιθανότητα απώλειας επιπρόσθετων κεφαλαίων πέραν των αρχικών. Στην ελληνική αγορά, αδυναμία του επενδυτή να καλύψει τις υποχρεώσεις του με margin call που έχει δεχθεί, προκαλεί την άμεση ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του από την ΕΧΑΕ με συνέπεια την πλήρη απώλεια του ποσού που έχει καταθέσει στον λογαριασμό περιθωρίου του. Ο καθορισμός των κατώτερων ορίων του περιθωρίου ασφάλισης γίνεται από την ΕΧΑΕ και βασίζεται στην ιστορική μεταβλητότητα των τιμών των υποκείμενων προϊόντων. Η ΑΧΟΝ ΑΧΕ ωστόσο δύναται να θέτει υψηλότερα όρια σαν περιθώρια ασφάλισης με στόχο τη διασφάλιση τόσο της ίδιας της Εταιρίας όσο και του ίδιου του πελάτη.
    • Απόκλιση της Αγοράς των παραγώγων από την αγορά των υποκείμενων αξιών: ο κίνδυνος απόκλισης των τιμών παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων από τις αντίστοιχες τιμές των υποκείμενων αξιών λόγω των συνθηκών ή των κανόνων λειτουργίας της αγοράς των παραγώγων ή της αγοράς των υποκείμενων αξιών.
    • Κίνδυνοι επενδυτικής πρακτικής:
  • Σε περίπτωση που ο επενδυτής έχει επιλέξει να δανειστεί μετοχές από την ΕΧΑΕ με σκοπό να τις πουλήσει στην spot αγορά, πρέπει να είναι ενήμερος ότι η ΕΧΑΕ μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να ζητήσει την επιστροφή των μετοχών που έχει δανειστεί ο επενδυτής. Ο κίνδυνος σε αυτή την περίπτωση προκύπτει από την πιθανότητα η τιμή της μετοχής στην spot αγορά την στιγμή που θα του ζητηθεί η επιστροφή τους να είναι υψηλότερη από την τιμή στην οποία έχει πωληθεί.
  • Σε περίπτωση που ο επενδυτής έχει επιλέξει να δανείσει μετοχές, θα πρέπει να είναι ενήμερος ότι όταν ζητήσει την επιστροφή των μετοχών, η ΕΧΑΕ ενδέχεται να επιστρέψει τις μετοχές τμηματικά σε μια περίοδο μερικών ημερών. Ο κίνδυνος προκύπτει από την ενδεχόμενη αρνητική διαφορά στην τιμή των μετοχών τη στιγμή που θα επιστραφούν και τις τιμής που είχαν όταν είχε ζητηθεί η επιστροφή τους.
  • Ο επενδυτής που πουλάει ΣΜΕ (short futures) που απαιτούν εκκαθάριση μέσω φυσικής παράδοσης ή πουλάει δικαιώματα προαίρεσης χωρίς να έχει στην κατοχή του τα αντίστοιχα υποκείμενα μέσα αναλαμβάνει τον κίνδυνο στην περίπτωση που η αγορά κινηθεί σε αντίθετη κατεύθυνση από τις προσδοκίες του, οι απώλειές του δυνητικά να είναι απεριόριστες. Ιδιαίτερο ρίσκο εμπεριέχει η περίπτωση πώλησης δικαιωμάτων αγοράς (short call) αμερικάνικου τύπου όπου ο αγοραστής μπορεί να εξασκήσει τα δικαιώματα αυτά οποιαδήποτε στιγμή με αποτέλεσμα ο πωλητής που δεν έχει στην κατοχή του τα αντίστοιχα υποκείμενα μέσα να έχει αναλάβει πολύ υψηλό ρίσκο με θεωρητικά απεριόριστες απώλειες.