Επενδυτικά προιόντα

Επενδύσεις Σε Εισηγμένες Μετοχές

Οι επενδυτές που αγοράζουν μετοχές εισηγμένων εταιρειών καθίστανται αυτομάτως μέτοχοι αυτών. Οι μέτοχοι των Εισηγμένων Εταιριών  προσδοκούν να επωφεληθούν:

(α) από την πιθανή άνοδο των τιμών των μετοχών που κατέχουν, στις οργανωμένες αγορές στις οποίες αυτές διαπραγματεύονται.

(β) από την  πιθανή απόφαση των εταιρειών στις οποίες αυτοί είναι μέτοχοι να διανείμουν μέρισμα.

Οι κάτοχοι μετοχών  αποκτούν δικαίωμα ψήφου στις Γενικές Συνελεύσεις των εταιριών αντίστοιχο των μετοχών που αυτοί κατέχουν.

Τα δικαιώματα που παρέχουν οι Εισηγμένες Εταιρίες στους μετόχους τους καταργούνται στην περίπτωση που οι επενδυτές έχουν προβεί σε πώληση και κλείσιμο της συνολικής τους θέσης στην Εισηγμένη Εταιρία.

Οι εισηγμένες εταιρίες κατηγοριοποιούνται ανάλογα με την κεφαλαιοποίησή τους και με βάση τα όρια που θέτει η Εποπτική Αρχή κάθε οργανωμένης αγοράς.

Στο Χρηματιστήριο Αθηνών υπάρχουν 3 κατηγορίες :

  • Μετοχές που ανήκουν στην κατηγορία Υψηλής Κεφαλαιοποίησης
  • Μετοχές που ανήκουν στην κατηγορία Μεσαίας Κεφαλαιοποίησης
  • Μετοχές που ανήκουν στην κατηγορία Χαμηλής Κεφαλαιοποίησης

Η υψηλή κεφαλαιοποίηση μιας εταιρείας συνήθως συνάδει και με αύξηση στην εμπορευσιμότητα της μετοχής της. Αυτό βεβαίως δεν είναι απόλυτο διότι υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις μετοχών εταιριών μεσαίας και μικρής κεφαλαιοποίησης με μεγάλη εμπορευσιμότητα.

Εκτός από την βασική κατηγοριοποίηση ανάλογα με την κεφαλαιοποίησή τους, οι μετοχές Εισηγμένων Εταιριών κατηγοριοποιούνται και ανά κλάδο δραστηριότητας. Οι μετοχές υψηλής εμπορευσιμότητας συμμετέχουν στην σύνθεση δεικτών που αποτυπώνουν την πορεία των επιμέρους κατηγοριών. Οι βασικοί δείκτες του ΧΑ είναι  ο δείκτης FTSE 20 που αντιπροσωπεύει τις εταιρίες υψηλής κεφαλαιοποίησης, ο δείκτης FTSE 40 που αντιπροσωπεύει τις εταιρίες μεσαίας κεφαλαιοποίησης και ο δείκτης FTSE 80 που αντιπροσωπεύει τις εταιρίες χαμηλής κεφαλαιοποίησης.

Συνήθως, η διακύμανση της τιμής μιας μετοχής εταιρίας υψηλής κεφαλαιοποίησης έχει λιγότερες πιθανότητες ακραίων αποκλίσεων σε σύγκριση με την μετοχή μιας εταιρίας μεσαίας ή χαμηλής κεφαλαιοποίησης.

Στο Χρηματιστήριο Αθηνών υπάρχουν και άλλες κατηγορίες ανεξάρτητες από το κριτήριο της κεφαλαιοποίησης όπως (α) η Κατηγορία Ειδικών Χρηματιστηριακών Χαρακτηριστικών, και (β) η κατηγορία  Μετοχών υπό Επιτήρηση. Σε αυτές τις κατηγορίες εντάσσονται μετοχές που παρουσιάζουν μεταβολές στην φύση των δραστηριοτήτων τους  ή σημαντικές μεταβολές στα οικονομικά τους στοιχεία ή συνδυασμό και των δύο μεταβολών. Επίσης μια μετοχή Εισηγμένης εταιρίας μπορεί να ενταχθεί σε μια από τις δυο κατηγορίες λόγω χαμηλής εμπορευσιμότητας ή λόγω χαμηλής διασποράς μετοχών στο επενδυτικό κοινό.

Άλλη κατηγορία εισηγμένων μετοχών είναι οι λεγόμενες προνομιούχες μετοχές (preferred shares). Ένα από τα πλεονεκτήματα τέτοιων μετοχών είναι ότι σε περίπτωση πτώχευσης της εισηγμένης εταιρείας, ο κάτοχος της προνομιούχου μετοχής προηγείται στη καταβολή χρημάτων σε σχέση με τον κάτοχο της κοινής μετοχής.

Η ένταξη ή η εξαγωγή, στις παραπάνω κατηγορίες, αποφασίζετε από την αρμόδια Εποπτική Αρχή και μεταβάλλεται κατόπιν αξιολόγησης  και ελέγχου νέων δεδομένων με γνώμονα πάντοτε την προστασία του επενδυτικού κοινού.

Οι μετοχές της Μεγάλης Κεφαλαιοποίησης διαπραγματεύονται καθ΄όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης, οι μετοχές της μικροεσαίας κεφαλαιοποίησης διαπραγματεύονται από (10:30 – 12:00) και από (14:00-16:30) με ενδιάμεση συγκέντρωση εντολών .Μετοχές που ανήκουν στη Κατηγορία Ειδικών Χαρακτηριστικών και στη κατηγορία μετοχών υπό επιτήρηση  διαπραγματεύονται μια συγκεκριμένη ώρα (στη παρούσα φάση 12:30-13:30).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, εκτός της παραδοσιακής επενδυτικής τακτικής που ακολουθεί η πλειονότητα των επενδυτών, δηλαδή την αγορά μετοχών και τη διακράτηση αυτών, έως την ανατίμηση αυτών, δίνεται η δυνατότητα να επωφεληθεί ο επενδυτής  από τη πτώση των τιμών χρηματοοικονομικών μέσων. Η συγκεκριμένη στρατηγική είναι γνωστή ως short selling.

Συγκεκριμένα, στην ελληνική αγορά, για να κάνεις short selling, ο επενδυτής μπορεί να δανειστεί τις μετοχές (αφού αυτές υπάρχουν στο pool της ΕΤΕΣΕΠ)  με τόκο από την αγορά παραγώγων και να τις πουλήσει στη spot αγορά (αγορά μετοχών).Για αυτήν τη διαδικασία πρέπει να προϋπάρχει λογαριασμός τόσο στη spot όσο και στην αγορά παραγώγων.

Αντίθετα, αν κάποιος σκοπεύει να διακρατήσει καιρό τις μετοχές του, μπορεί να τις δανείσει στη ΕΤΕΣΕΠ, κερδίζοντας αντίστοιχα τόκο, ξεχωριστά για κάθε τίτλο.

Οι επενδυτές πραγματοποιούν αγοροπωλησίες μετοχών και άλλων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Για να εισαχθούν εντολές σε οργανωμένη αγορά, αυτές πρέπει να πληρούν κριτήρια με τα οποία μπορούν να γίνουν αποδέκτες από τα ειδικά συστήματα διαπραγμάτευσης.

Καταρχάς ο επενδυτής θα πρέπει να παρέχει εντολή με τα κάτωθι αναφερόμενα υποχρεωτικά πεδία:

(α) θέση αγοράς ή πώλησης

(β) κινητή αξία

(γ) τεμάχια

(δ) τιμή

(ε) λογαριασμός πελάτη

Υπάρχουν οι εξής τύποι εντολών :

  • Εντολή με όριο (limit order-rest of day) όπου περιγράφεται η ακριβής ώρα, ποσότητα και τιμή του τίτλου, και διαρκεί μέχρι το τέλος της συνεδρίασης.
  • Good till cancel όπου η εντολή ισχύει μέχρι αυτή να ακυρωθεί.
  • Good till date  όπου η εντολή ισχύει μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Όταν περάσει η ημερομηνία, η εντολή ακυρώνεται αυτόματα.
  • Ελεύθερη εντολή (market Order) όπου η εντολή περιγράφει την επιθυμητή ποσότητα, όχι όμως την τιμή. Η εντολή αυτή καταρτίζεται  σε οποιαδήποτε τιμή είναι διαθέσιμη εκείνη τη χρονική στιγμή. Αν δεν ολοκληρωθεί η εντολή για ολόκληρη τη ποσότητα, η ανεκτέλεστη ποσότητα μετατρέπεται σε εντολή με όριο στη χαμηλότερη τιμή των κομματιών που δεν έχει εκτελεστεί. Αν η εντολή εισαχθεί προσυνεδριακά και μείνει ανεκτέλεστη, κατά το άνοιγμα, η υπολειπόμενη ποσότητα μετατρέπεται σε εντολή οριακή με τιμή την τιμή ανοίγματος της μετοχής.
  • Εντολή στη τιμή ανοίγματος (At the Open Order) οπού η εντολή περιγράφει τη επιθυμητή ποσότητα , αλλά η επιθυμητή τιμή είναι η τιμή εκκίνησης διαπραγμάτευσης του τίτλου. Αν στο άνοιγμα δεν υπάρχει διαθέσιμη ποσότητα, η υπολειπόμενη εντολή γίνεται οριακή τιμή με τιμή την τιμή ανοίγματος.
  • Εντολή στο κλείσιμο (At the Close Order) όπου η εντολή περιγράφει την επιθυμητή ποσότητα αλλά ορίζει ως επιθυμητή τιμή την τιμή κλεισίματος του τίτλου. Αν μείνει ανεκτέλεστη ποσότητα, τότε η εντολή παραμένει σαν οριακή εντολή στη τιμή κλεισίματος μέχρι το τέλος της συνεδρίασης.
  • Εντολή με συνθήκη νοείτε το επιπρόσθετο στοιχείο της εντολής πέραν της τιμής και των τεμαχίων, το οποίο πρέπει να γίνει αποδεκτό από το σύστημα προκειμένου να καταρτισθεί συναλλαγή. Συγκεκριμένα :
    • STOP: Πρόκειται για εντολή αγοράς ή πώλησης, οριακής ή ελεύθερης, η οποία συνοδεύεται από κάποια συνθήκη ενεργοποίησης. Παράδειγμα τέτοιας εντολής είναι η Ελεύθερη ή οριακή εντολή αγοράς ή πώλησης συγκεκριμένης μετοχής, όταν η τιμή συγκεκριμένου χρηματιστηριακού δείκτη φτάσει στη τιμή STOP αλλά δεν υπάρχει εγγύηση  ότι θα εκτελεστεί.
    • Άμεση ή Ακύρωση (Immediate Or Cancel-IOC) αναφέρεται σε εντολή με συνθήκη η οποία εκτελείται άμεσα εφόσον πληρούνται τα κριτήρια της τιμής της εντολής. Σε περίπτωση ανεκτέλεστου ποσού, η εντολή ακυρώνεται.
    • Εκπλήρωση ή Ακύρωση (Fill Or Kill-FOK) αναφέρεται σε εντολή άμεσης εκτέλεσης εφόσον πληρούνται τα κριτήρια της τιμής και τα τεμάχια της εντολής και μπορούν να πραγματοποιηθούν εξολοκλήρου, σε αντίθετη περίπτωση η εντολή ακυρώνεται.
    • Όλα ή Τίποτα (All Or None- AON) είναι η συνθήκη η οποία προσδιορίζει ότι η εντολή παραμένει ενεργή μέχρι την εκτέλεση στο σύνολό της από μια αντίθετη εντολή.
    • Σε Πολλαπλάσιο (Multiples Of-MO) νοείται η συνθήκη η οποία προσδιορίζει ότι η εντολή παραμένει ενεργή και εκτελείται με την προϋπόθεση ότι θα εκτελεστεί σε πολλαπλάσια συγκεκριμένου αριθμού τεμαχίων, ο οποίος πρέπει υποχρεωτικά να είναι α)μικρότερος του συνόλου των τεμαχίων ως προς τα οποία ο συμμετέχων έχει λάβει εντολή αγοράς ή πώληση και β) ακέραιος διαιρέτης του συνόλου των τεμαχίων
    • Με Ελάχιστο Μέγεθος (Minimum Fill – MF) είναι η συνθήκη που προσδιορίζει ότι η εντολή παραμένει ενεργή και εκτελείται με την προϋπόθεση ότι θα εκτελεστεί ελάχιστος και συγκεκριμένος αριθμός τεμαχίων ο οποίος δηλώνεται και πρέπει υποχρεωτικά να είναι μικρότερος από τον συνολικό αριθμό τεμαχίων της εντολής.  Στην περίπτωση που ο αριθμός των υπολειπόμενων τεμαχίων είναι μικρότερος του ελάχιστου μεγέθους τότε το ελάχιστο μέγεθος της αρχικής εντολής αλλάζει αυτόματα ώστε να ισούται με τον υπολειπόμενο αριθμό τεμαχίων.

Η πιο ενδεδειγμένη επενδυτική τακτική είναι αυτή που εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή διασπορά του επενδυτικού χαρτοφυλακίου, δηλαδή την επένδυση σε πολύ περισσότερα από ένα χρηματοοικονομικά μέσα, σε παραπάνω από μία οργανωμένες αγορές, νομίσματα και κλάδους.  Ενδεικτικά, ένα σωστά διαφοροποιημένο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει μετρητά, μέσα χρηματαγορών, ομόλογα, μετοχές, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, παράγωγα προϊόντα και άλλα.  Πιο συγκεκριμένα, οι τίτλοι του χαρτοφυλακίου θα  πρέπει να ανήκουν σε διάφορους κλάδους και να διαπραγματεύονται  σε οργανωμένες αγορές διαφόρων χωρών και σε διαφορετικά νομίσματα, π.χ. τίτλοι του Χ.Α., τίτλοι των χρηματιστηρίων της υπόλοιπης Δυτικής Ευρώπης (ευρώ), τίτλοι των χρηματιστηρίων των ΗΠΑ (δολάρια).  Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιείται, κατά το δυνατόν, ο συστηματικός και μη συστηματικός κίνδυνος του συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου.

 

Αξιολόγηση κινδύνων μετοχών

Ο κίνδυνος που ενέχουν επενδύσεις σε μετοχές απορρέει από δύο γεγονότα :

●              Λανθασμένες αποφάσεις της διοίκησης της εταιρίας προκειμένου να αυξήσει την αξία της μετοχής της.

●              Λανθασμένη επιλογή διανομής μερίσματος στους μετόχους

Τα παραπάνω μπορεί να επιφέρουν την πτώση στην τιμή της μετοχής

Οι μετοχές εκτίθενται σε κάποιους ή σε όλους τους κύριους κινδύνους όπως κίνδυνος αγοράς, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος εκδότη, συναλλαγματικός κίνδυνος, συστηματικός και ειδικός κίνδυνος (μη συστηματικός) κίνδυνος. Επιπλέον κίνδυνοι απορρέουν από τη μεταβλητότητα της μετοχής ή πιθανά προβλήματα που αντιμετωπίζει η εταιρία στον τομέα που δραστηριοποιείται. Επομένως οι επενδύσεις σε μετοχές δεν έχουν εγγυημένη απόδοση και μπορούν να οδηγήσουν στην απώλεια σημαντικού ποσού ή ολόκληρης της αρχικής επένδυσης.

Υπάρχουν δύο ειδικές περιπτώσεις οι οποίες ενέχουν και κίνδυνο μόχλευσης για τον επενδυτή :

●              Η πρώτη περίπτωση αφορά την υπηρεσία της τριήμερης πίστωσης (three day credit), όπου η χρηματιστηριακή δανείζει τον επενδυτή για περαιτέρω αγορές μετοχών από τα χρηματικά του διαθέσιμα με ενέχυρο το χαρτοφυλάκιο του για τρεις μέρες από την ημερομηνία αγοράς. Ο κίνδυνος που διατρέχει ο επενδυτής ισοδυναμεί με τη μέγιστη δυνατή απώλεια μέρους ή συνόλου του χαρτοφυλακίου του λόγω αρνητικής μεταβολής των τιμών της/των μετοχής/ών εντός των τριών αυτών ημερών.

●              Η δεύτερη περίπτωση αφορά στην υπηρεσία της απεριόριστης χρονικά πίστωσης (margin account), όπου η χρηματιστηριακή δανείζει τον επενδυτή για περαιτέρω αγορές μετοχών με ενέχυρο το χαρτοφυλάκιό του. Ο κίνδυνος που διατρέχει ο επενδυτής ανέρχεται μέχρι και στην ολική απώλεια του χαρτοφυλακίου του.

Σε περιπτώσεις παροχής της υπηρεσίας τριήμερης ή απεριόριστης χρονικά πίστωσης (three day credit ή marginaccount), δεν είναι δυνατό να συμμετέχουν στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας μετοχές που ανήκουν στην κατηγορία Ειδικών Χρηματιστηριακών Χαρακτηριστικών, ούτε μετοχές υπό επιτήρηση. Εάν μια μετοχή που ήδη συμμετέχει στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας καταταχθεί εκ των υστέρων σε μια από τις δύο παραπάνω κατηγορίες τότε αυτομάτως παύει να υπολογίζεται στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας.